Τρίτη 2 Ιουνίου 2020

Η διαφορά μεταξύ λαϊκισμού και μεταρρύθμισης σε ένα εισιτήριο


Τον Ιούνιο του 2015, εκείνες τις «περήφανες» ημέρες της ηρωικής διαπραγμάτευσης, ο τότε υπουργός Υποδομών και Μεταφορών, Χρήστος Σπίρτζης, έλαβε μία απόφαση, υπαγορευμένη από το επαναστατικό κλίμα, που συμπυκνωνόταν στο σύνθημα «μπάχαλο όλα».



Γράφει ο Πάνος Αμυράς*

Αποφάσισε να γίνονται δωρεάν όλες οι μετακινήσεις των επιβατών στα μέσα συγκοινωνίας της Αθήνας για όσο διάστημα παρέμεναν κλειστές οι τράπεζες, που υποτίθεται θα άνοιγαν την επομένη του δημοψηφίσματος. Το μέτρο χαιρετίσθηκε από το λαό του ΣΥΡΙΖΑ με ενθουσιασμό, τα βαγόνια του μετρό είχαν γεμίσει ασφυκτικά την Παρασκευή πριν από το δημοψήφισμα από πολίτες που πανηγύριζαν εκ των προτέρων το βροντερό «όχι».

Και ύστερα ήρθαν η «κωλοτούμπα», το τρίτο Μνημόνιο και ο λογαριασμός του. Οι δωρεάν μετακινήσεις Τσίπρα-Σπίρτζη, που διήρκεσαν σχεδόν ένα μήνα, κόστισαν στο συγκοινωνιακό σύστημα πάνω από 10 εκατομμύρια ευρώ, τα οποία θα έπρεπε από κάπου να βρεθούν, όπως επίσης και τα χρήματα που χάθηκαν από την «περήφανη» διαπραγμάτευση και το κλείσιμο των τραπεζών.

Τον Σεπτέμβριο του 2015 το σύστημα των μέσων μαζικής μεταφοράς επιβαρύνθηκε με αυξημένο ΦΠΑ 23% από 13% που είχε βρει ο ΣΥΡΙΖΑ και τρεις μήνες αργότερα η κυβέρνηση της Αριστεράς ανέβασε τις τιμές των εισιτηρίων σε 1,40 ευρώ από 1,20 ευρώ.

Η ειρωνεία είναι ότι όταν το 2011 η κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου είχε αυξήσει τις τιμές στο 1,40 ο Αλέξης Τσίπρας από τη Βουλή ξιφουλκούσε κατά του ΠΑΣΟΚ λέγοντας ότι «με έναν απλό υπολογισμό ένας εργαζόμενος των 700 ευρώ για να πάει και να γυρίσει από τη δουλειά του θα θέλει ετησίως, λόγω της αύξησης, ένα μηνιάτικο για να δίνει στις συγκοινωνίες, στο πιο λαϊκό μέσο μεταφοράς».

Οι «Σαμαροβενιζέλοι» την περίοδο 2012-2015 κατάφεραν να επαναφέρουν την τιμή στο 1,20 ευρώ γλιτώνοντας τους εργαζομένους από ένα μηνιάτικο, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Τσίπρα, ενώ οδήγησαν σε λειτουργική κερδοφορία το σύστημα των συγκοινωνιών. Τον Ιανουάριο του 2015 ήρθε η «επαναστατική» κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ. να αποκαταστήσει την τάξη αυξάνοντας εκ νέου το κόστος για τον επιβάτη στο 1,40 ευρώ και ταυτόχρονα βυθίζοντας σε νέα ελλείμματα τους φορείς των μέσων μαζικής μεταφοράς.

Αυτό ήταν το κόστος του λαϊκισμού και της δημαγωγίας, μπορούσε να γίνει ορατό σε κάθε πολίτη μόνο με το άγγιγμα ενός χάρτινου εισιτηρίου και για το λόγο αυτό, όπως και για πολλούς άλλους που έχουν σχέση με την υπερφορολόγηση, ο ΣΥΡΙΖΑ καταψηφίσθηκε στις εκλογές του Ιουλίου.

Σήμερα η κυβέρνηση Μητσοτάκη προχωρά σε μία αλλαγή που μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες συνολικής μεταρρύθμισης στις καθημερινές μετακινήσεις των πολιτών. Μειώνει την τιμή των εισιτηρίων στο 1,20 ευρώ για την Αθήνα και στα 90 λεπτά για τη Θεσσαλονίκη επαναφέροντας τον ΦΠΑ στο 13% από 23%, εκεί δηλαδή που βρισκόταν μέχρι και το 2014, ενώ αντίστοιχα περιορίζεται το κόστος σε όλες τις κάρτες του ΟΑΣΑ.

Το μέτρο θα ισχύσει μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι οικονομικές επιπτώσεις από τον κορονοϊό ενώ ο μειωμένος ΦΠΑ θα ισχύει και για το σύνολο των οδικών, σιδηροδρομικών και αεροπορικών μεταφορών προκειμένου να τονωθεί η ζήτηση. Η μείωση της φορολογίας είναι δομική αλλαγή, δεν επιβαρύνει το σύστημα συγκοινωνιών, καθώς ο ΦΠΑ αποδίδεται ενώ καθιστά ελκυστικότερη τη χρήση συγκοινωνιακών μέσων. Η αύξηση της κίνησης, όταν ομαλοποιηθεί η κατάσταση με τον κορονοϊό, θα καλύψει τις ταμειακές απώλειες του συστήματος ενώ «κλειδί» παραμένει η βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών με τακτικότερα δρομολόγια.

 

*Ο Πάνος Αμυράς είναι διευθυντής του Ελεύθερου Τύπου